Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009
Μετανιώνω
Ζητείται Ελπίς
“Ίσως τελικά αυτό που μου στέρησες να είναι η ελπίδα. Χαμογελάω ακόμη. Χαμογελάω στον δρόμο, στους περαστικούς. Στα όνειρα. Χαμογελάω κι όταν κλαίω.
Δεν ξέχασα μα ούτε και θυμάμαι. Το χαμόγελο είναι ζωγραφισμένο στα χείλη με κόκκινο ανεξίτηλο χρώμα. Αίμα. Μου στέρησες την ελπίδα.
Αγάπες θυσιάζω. Στιγμές αφορίζω. Δεν έχω ελπίδα. Για το σήμερα. Με έστειλες πίσω κι έπειτα τόσο μπροστά. Με έχασα.
Έχασα τον δρόμο και πάλι τον είδα. Περπατάω αργά και χαμογελάω. Θλιμμένα. Αλλά δεν το ξέρουν. Είναι ανεξίτηλο αυτό το χρώμα.
Τις νύχτες σωπαίνω. Δεν τους μιλώ, δεν εξηγώ. Δεν έχω ελπίδα. Ανακατεύω στα συρτάρια τις ψυχές και βρίσκω κομμάτια ονείρου. Δεν είχα ελπίδα. Ποτέ.
Τώρα περιμένω. Με περιμένω. Στη γωνιά. Είμαι πολύ αργή. Τα φτερά ήταν βαριά. Είχες πει θα μου δάνειζες τα δικά σου. Κι έτσι τα’ κοψα. Είναι ανεξίτηλο το κόκκινο. Αίμα. Και δεν έχω πια ελπίδα.
Νυχτώνει, ξημερώνει και πάλι απ’ την αρχή. Με περιμένω. Κι έχω αργήσει. Κουράστηκα να χαμογελώ. Εξάλλου δεν ξέρουν. Κανείς δεν ξέρει. Όλοι στον κύκλο. Και ψάχνουμε σημάδια.
Ναι. Ξέρω. Τα δικά μου σβήστηκαν. Μα δεν έχω χάσει τον δρόμο. Την ελπίδα μόνο.
Δεν θέλω άλλο χαμόγελο. Κοιτάς? Μπορείς?
Άκου. Κουράστηκα. Αντίο.”
Προσμονή....
“Έκλεισε το φως να αποκοιμηθεί κι ήταν νύχτα βαριά που έσερνε πίσω της άρμα γεμάτο άστρα κι όνειρα να φωτίζουν τον ύπνο και μες την σιγαλιά να ακούγεται τραγούδι.
Σκεπάστηκε με φύλλα κίτρινα, πράσινα και κόκκινα, αγκάλιασε το ξύλο κι έκλεισε τα μάτια. Μα ήταν το τραγούδι γλυκό σαν κρασί που σε μεθά μόλις το μυρίσεις κι ο ύπνος δεν ερχόταν να τον λυτρώσει, να ξεχάσει.
Σηκώθηκε όρθιος και πήγε στην πηγή που μέσα έλαμπαν τα στολίδια του ουρανού, σαν τα φώτα της πόλης που είχε αφήσει πίσω. Στάθηκε για λίγο να σκεφτεί, να αναλογιστεί αν είχε κάνει το σωστό. Και τότε έκλαψε με δάκρυα καυτά να του καίνε το πρόσωπο.
Ένα νούφαρο, Νούφαρο της Λίμνης, του είπε «Μη λυπάσαι» και χόρεψε για’ κείνον κι απ’ τον χορό εκείνος μαγεύτηκε και έγινε σταγόνα που κύλησε γοργά μες το υπόλοιπο νερό… και το νερό έγινε κόκκινο, κι αυτό μετά πρωινή δροσιά στα πέταλα ενός κρίνου σε ευωδιαστό κήπο. Κι ήταν ο κήπος της.
Κι όταν ξημέρωσε, το άσπρο φόρεμα της ήταν το πρώτο που αντίκρισε. Κι είχε εκείνη ματιά όμορφη σαν την θάλασσα γκρίζα όταν είναι κι αγριεύει. Σε ένα πανέρι γεμάτο ελπίδες έκοψε και στόλισε μέσα ένα κρίνο. Κι ήταν ακόμη εκείνος δροσιά στα άσπρα, τα ολόλευκα τα πέταλα.
Το χέρι της όταν ακούμπησε στο άνθος, ένιωσε το δάκρυ του καυτό στα δάχτυλα και με ένα παράπονο είπε «Μου λείπεις». Κι ήταν ακόμη εκείνος δροσιά και δεν μπορούσε να απαντήσει, να της πει : «Θα ‘ρθω. Θα ξανάρθω».
Έφτασε αργά το δειλινό κι η σκιά που έπεσε μες τα μάτια της , της μάτωσε το βλέμμα. Με μια ελπίδα, την τελευταία απ’ όλες έκανε ευχή να ήταν πάλι εκεί μαζί της. Κι η ευχή έγινε αγέρι απαλό κι έφτασε μες την καρδιά του να την ζεστάνει γλυκά κι όταν εκείνος συνήλθε ήταν στη λίμνη, σταγόνα πάνω στο νούφαρο , κι ήταν νύχτα λαμπρή μ’ άστρα πολλά.
Σύρθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε ,να βρει τον εαυτό του , να γυρίσει σ’ εκείνη. Κάτω απ’ το δέντρο το μεγάλο, με τον χοντρό κορμό, τα φύλλα τα κίτρινα, τα πράσινα, τα κόκκινα, έκρυβαν μόνο ένα κενό.. βαθύ στο χώμα, μόνο κενό! Κι ήθελε να κλάψει μα δάκρυα δεν είχε, κι ήθελε να ουρλιάξει μα δεν είχε φωνή..!
Τώρα κάθε που ο ήλιος χάνεται μες στο βυθό της θάλασσας και κρύβει το φως του, μια δροσιά , πρωινή δροσιά, κρύβεται μες τα ξέπλεκα μαλλιά της. Μα να την αγγίξει δεν μπορεί, ούτε να την κοιτάξει.. νιώθει όμως την καρδιά της να χτυπά.. μια καρδιά που ζει κι ελπίζει στο γυρισμό του…
Ξημέρωσε και μες τη λίμνη, το νούφαρο να χορεύει τρελά : «Μη λυπάσαι, μη λυπάσαι!» και γυρίζει γοργά μέχρι να έρθει ο επόμενος..”
Προσμονή....
“Έκλεισε το φως να αποκοιμηθεί κι ήταν νύχτα βαριά που έσερνε πίσω της άρμα γεμάτο άστρα κι όνειρα να φωτίζουν τον ύπνο και μες την σιγαλιά να ακούγεται τραγούδι.
Σκεπάστηκε με φύλλα κίτρινα, πράσινα και κόκκινα, αγκάλιασε το ξύλο κι έκλεισε τα μάτια. Μα ήταν το τραγούδι γλυκό σαν κρασί που σε μεθά μόλις το μυρίσεις κι ο ύπνος δεν ερχόταν να τον λυτρώσει, να ξεχάσει.
Σηκώθηκε όρθιος και πήγε στην πηγή που μέσα έλαμπαν τα στολίδια του ουρανού, σαν τα φώτα της πόλης που είχε αφήσει πίσω. Στάθηκε για λίγο να σκεφτεί, να αναλογιστεί αν είχε κάνει το σωστό. Και τότε έκλαψε με δάκρυα καυτά να του καίνε το πρόσωπο.
Ένα νούφαρο, Νούφαρο της Λίμνης, του είπε «Μη λυπάσαι» και χόρεψε για’ κείνον κι απ’ τον χορό εκείνος μαγεύτηκε και έγινε σταγόνα που κύλησε γοργά μες το υπόλοιπο νερό… και το νερό έγινε κόκκινο, κι αυτό μετά πρωινή δροσιά στα πέταλα ενός κρίνου σε ευωδιαστό κήπο. Κι ήταν ο κήπος της.
Κι όταν ξημέρωσε, το άσπρο φόρεμα της ήταν το πρώτο που αντίκρισε. Κι είχε εκείνη ματιά όμορφη σαν την θάλασσα γκρίζα όταν είναι κι αγριεύει. Σε ένα πανέρι γεμάτο ελπίδες έκοψε και στόλισε μέσα ένα κρίνο. Κι ήταν ακόμη εκείνος δροσιά στα άσπρα, τα ολόλευκα τα πέταλα.
Το χέρι της όταν ακούμπησε στο άνθος, ένιωσε το δάκρυ του καυτό στα δάχτυλα και με ένα παράπονο είπε «Μου λείπεις». Κι ήταν ακόμη εκείνος δροσιά και δεν μπορούσε να απαντήσει, να της πει : «Θα ‘ρθω. Θα ξανάρθω».
Έφτασε αργά το δειλινό κι η σκιά που έπεσε μες τα μάτια της , της μάτωσε το βλέμμα. Με μια ελπίδα, την τελευταία απ’ όλες έκανε ευχή να ήταν πάλι εκεί μαζί της. Κι η ευχή έγινε αγέρι απαλό κι έφτασε μες την καρδιά του να την ζεστάνει γλυκά κι όταν εκείνος συνήλθε ήταν στη λίμνη, σταγόνα πάνω στο νούφαρο , κι ήταν νύχτα λαμπρή μ’ άστρα πολλά.
Σύρθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε ,να βρει τον εαυτό του , να γυρίσει σ’ εκείνη. Κάτω απ’ το δέντρο το μεγάλο, με τον χοντρό κορμό, τα φύλλα τα κίτρινα, τα πράσινα, τα κόκκινα, έκρυβαν μόνο ένα κενό.. βαθύ στο χώμα, μόνο κενό! Κι ήθελε να κλάψει μα δάκρυα δεν είχε, κι ήθελε να ουρλιάξει μα δεν είχε φωνή..!
Τώρα κάθε που ο ήλιος χάνεται μες στο βυθό της θάλασσας και κρύβει το φως του, μια δροσιά , πρωινή δροσιά, κρύβεται μες τα ξέπλεκα μαλλιά της. Μα να την αγγίξει δεν μπορεί, ούτε να την κοιτάξει.. νιώθει όμως την καρδιά της να χτυπά.. μια καρδιά που ζει κι ελπίζει στο γυρισμό του…
Ξημέρωσε και μες τη λίμνη, το νούφαρο να χορεύει τρελά : «Μη λυπάσαι, μη λυπάσαι!» και γυρίζει γοργά μέχρι να έρθει ο επόμενος..”
Ακόμα υπάρχεις

Σ'αγάπησα με όλη τη δύναμη που εχει η καρδιά ενός ανθρώπου,ήξερα πως είσαι εσύ ο εαυτός μου,κολιταζα μέσα στα μάτια σου κι έβλεπα την ψυχή μου,άγγιξες κάθε σημάδι μου απ'το παρελθόν,έγινες ένα με το παρόν....Δεν υπήρχε τρόπος να σε οδηγήσω στο μέλλον μου,όμως το ότι μου έμαθες να αγαπάω τους ανθρώπους γύρω μου σαν μοναδικά πλάσματα,θα με κάνει να είμαι δίπλα σου για μια ζωή,γιατί δεν ήσουν μόνο ένα όνειρο,ακόμα υπάρχεις....
Fallen Angel

Κι έμεινα εκεί πεσμένος άγγελος,σε μιαν άσφαλτο από σκληρό τσιμέντο...Ο ήλιος έκαιγε στο προσωπό μου και τα τσακισμένα μου φτερά ανήμπορα να υψωθούν και πάλι,άφησαν σημάδια πάνω στην λάσπη που δημιούσαν τα πρωτοβρόχια ενώ οι δείκτες του ρολογιού έτρεχαν πατώντας γκάζι και προσπερνώντας τια αναμνήσεις μου που έστεκαν στο απέναντι πεζοδρόμιο να με κοιτάζουν ουρλιάζοντας οως είναι ακομα εδώ....πως,πάντα,εδώ θα είναι....
