“Έκλεισε το φως να αποκοιμηθεί κι ήταν νύχτα βαριά που έσερνε πίσω της άρμα γεμάτο άστρα κι όνειρα να φωτίζουν τον ύπνο και μες την σιγαλιά να ακούγεται τραγούδι.
Σκεπάστηκε με φύλλα κίτρινα, πράσινα και κόκκινα, αγκάλιασε το ξύλο κι έκλεισε τα μάτια. Μα ήταν το τραγούδι γλυκό σαν κρασί που σε μεθά μόλις το μυρίσεις κι ο ύπνος δεν ερχόταν να τον λυτρώσει, να ξεχάσει.
Σηκώθηκε όρθιος και πήγε στην πηγή που μέσα έλαμπαν τα στολίδια του ουρανού, σαν τα φώτα της πόλης που είχε αφήσει πίσω. Στάθηκε για λίγο να σκεφτεί, να αναλογιστεί αν είχε κάνει το σωστό. Και τότε έκλαψε με δάκρυα καυτά να του καίνε το πρόσωπο.
Ένα νούφαρο, Νούφαρο της Λίμνης, του είπε «Μη λυπάσαι» και χόρεψε για’ κείνον κι απ’ τον χορό εκείνος μαγεύτηκε και έγινε σταγόνα που κύλησε γοργά μες το υπόλοιπο νερό… και το νερό έγινε κόκκινο, κι αυτό μετά πρωινή δροσιά στα πέταλα ενός κρίνου σε ευωδιαστό κήπο. Κι ήταν ο κήπος της.
Κι όταν ξημέρωσε, το άσπρο φόρεμα της ήταν το πρώτο που αντίκρισε. Κι είχε εκείνη ματιά όμορφη σαν την θάλασσα γκρίζα όταν είναι κι αγριεύει. Σε ένα πανέρι γεμάτο ελπίδες έκοψε και στόλισε μέσα ένα κρίνο. Κι ήταν ακόμη εκείνος δροσιά στα άσπρα, τα ολόλευκα τα πέταλα.
Το χέρι της όταν ακούμπησε στο άνθος, ένιωσε το δάκρυ του καυτό στα δάχτυλα και με ένα παράπονο είπε «Μου λείπεις». Κι ήταν ακόμη εκείνος δροσιά και δεν μπορούσε να απαντήσει, να της πει : «Θα ‘ρθω. Θα ξανάρθω».
Έφτασε αργά το δειλινό κι η σκιά που έπεσε μες τα μάτια της , της μάτωσε το βλέμμα. Με μια ελπίδα, την τελευταία απ’ όλες έκανε ευχή να ήταν πάλι εκεί μαζί της. Κι η ευχή έγινε αγέρι απαλό κι έφτασε μες την καρδιά του να την ζεστάνει γλυκά κι όταν εκείνος συνήλθε ήταν στη λίμνη, σταγόνα πάνω στο νούφαρο , κι ήταν νύχτα λαμπρή μ’ άστρα πολλά.
Σύρθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε ,να βρει τον εαυτό του , να γυρίσει σ’ εκείνη. Κάτω απ’ το δέντρο το μεγάλο, με τον χοντρό κορμό, τα φύλλα τα κίτρινα, τα πράσινα, τα κόκκινα, έκρυβαν μόνο ένα κενό.. βαθύ στο χώμα, μόνο κενό! Κι ήθελε να κλάψει μα δάκρυα δεν είχε, κι ήθελε να ουρλιάξει μα δεν είχε φωνή..!
Τώρα κάθε που ο ήλιος χάνεται μες στο βυθό της θάλασσας και κρύβει το φως του, μια δροσιά , πρωινή δροσιά, κρύβεται μες τα ξέπλεκα μαλλιά της. Μα να την αγγίξει δεν μπορεί, ούτε να την κοιτάξει.. νιώθει όμως την καρδιά της να χτυπά.. μια καρδιά που ζει κι ελπίζει στο γυρισμό του…
Ξημέρωσε και μες τη λίμνη, το νούφαρο να χορεύει τρελά : «Μη λυπάσαι, μη λυπάσαι!» και γυρίζει γοργά μέχρι να έρθει ο επόμενος..”

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου