Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009

Δεν μπορεί κανείς να μας στερήσει την ανάγκη ν'ακολουθήσουμε το δρόμο που δείχνει η καρδιά μας,γιατί πολύ απλά κανείς ςκτός από εμάας δεν μπορεί να γνωρίζει τη δύναμη που μας ωθεί εκεί,καθώς και κανείς άλλος πάνω στη γη δεν μπορεί να βιώσει ένα συναίσθημα με τον ίδιο τρόπο που το νιώθει κάποιος άλλος....Μπορεί ν'ακούσει μόνο τον ήχο από τα ββήματά μας καθώς απομακρυνόμαστε για να το ακολουθήσουμε....

Μετανιώνω

Μετανιώνω μόνο για όσα δεν τόλμησα να αγγίξω γιατί ένιωθα λίγη γι'αυτά...Για εκείνα που ήθελα τόσα μα με φόβισαν...Η στιγμή που περνάει δεν γυρίζει ποτέ πια πίσω...Μια ευκαιρία έχουμε να της δοθούμε ολόψυχα...Μετανιώνω...που κλείστηκα εδώ...που προτίμησα την εύκολη λύση...την φυγή...και κρύφτηκα!
Ο χρόνος κυλά...Δεν φοβάμαι τίποτα πια....Μα είναι αργά για όσα έχασα....

Ζητείται Ελπίς

“Ίσως τελικά αυτό που μου στέρησες να είναι η ελπίδα. Χαμογελάω ακόμη. Χαμογελάω στον δρόμο, στους περαστικούς. Στα όνειρα. Χαμογελάω κι όταν κλαίω.

Δεν ξέχασα μα ούτε και θυμάμαι. Το χαμόγελο είναι ζωγραφισμένο στα χείλη με κόκκινο ανεξίτηλο χρώμα. Αίμα. Μου στέρησες την ελπίδα.

Αγάπες θυσιάζω. Στιγμές αφορίζω. Δεν έχω ελπίδα. Για το σήμερα. Με έστειλες πίσω κι έπειτα τόσο μπροστά. Με έχασα.

Έχασα τον δρόμο και πάλι τον είδα. Περπατάω αργά και χαμογελάω. Θλιμμένα. Αλλά δεν το ξέρουν. Είναι ανεξίτηλο αυτό το χρώμα.

Τις νύχτες σωπαίνω. Δεν τους μιλώ, δεν εξηγώ. Δεν έχω ελπίδα. Ανακατεύω στα συρτάρια τις ψυχές και βρίσκω κομμάτια ονείρου. Δεν είχα ελπίδα. Ποτέ.

Τώρα περιμένω. Με περιμένω. Στη γωνιά. Είμαι πολύ αργή. Τα φτερά ήταν βαριά. Είχες πει θα μου δάνειζες τα δικά σου. Κι έτσι τα’ κοψα. Είναι ανεξίτηλο το κόκκινο. Αίμα. Και δεν έχω πια ελπίδα.

Νυχτώνει, ξημερώνει και πάλι απ’ την αρχή. Με περιμένω. Κι έχω αργήσει. Κουράστηκα να χαμογελώ. Εξάλλου δεν ξέρουν. Κανείς δεν ξέρει. Όλοι στον κύκλο. Και ψάχνουμε σημάδια.

Ναι. Ξέρω. Τα δικά μου σβήστηκαν. Μα δεν έχω χάσει τον δρόμο. Την ελπίδα μόνο.
Δεν θέλω άλλο χαμόγελο. Κοιτάς? Μπορείς?

Άκου. Κουράστηκα. Αντίο.”

Προσμονή....

Έκλεισε το φως να αποκοιμηθεί κι ήταν νύχτα βαριά που έσερνε πίσω της άρμα γεμάτο άστρα κι όνειρα να φωτίζουν τον ύπνο και μες την σιγαλιά να ακούγεται τραγούδι.

Σκεπάστηκε με φύλλα κίτρινα, πράσινα και κόκκινα, αγκάλιασε το ξύλο κι έκλεισε τα μάτια. Μα ήταν το τραγούδι γλυκό σαν κρασί που σε μεθά μόλις το μυρίσεις κι ο ύπνος δεν ερχόταν να τον λυτρώσει, να ξεχάσει.

Σηκώθηκε όρθιος και πήγε στην πηγή που μέσα έλαμπαν τα στολίδια του ουρανού, σαν τα φώτα της πόλης που είχε αφήσει πίσω. Στάθηκε για λίγο να σκεφτεί, να αναλογιστεί αν είχε κάνει το σωστό. Και τότε έκλαψε με δάκρυα καυτά να του καίνε το πρόσωπο.

Ένα νούφαρο, Νούφαρο της Λίμνης, του είπε «Μη λυπάσαι» και χόρεψε για’ κείνον κι απ’ τον χορό εκείνος μαγεύτηκε και έγινε σταγόνα που κύλησε γοργά μες το υπόλοιπο νερό… και το νερό έγινε κόκκινο, κι αυτό μετά πρωινή δροσιά στα πέταλα ενός κρίνου σε ευωδιαστό κήπο. Κι ήταν ο κήπος της.

Κι όταν ξημέρωσε, το άσπρο φόρεμα της ήταν το πρώτο που αντίκρισε. Κι είχε εκείνη ματιά όμορφη σαν την θάλασσα γκρίζα όταν είναι κι αγριεύει. Σε ένα πανέρι γεμάτο ελπίδες έκοψε και στόλισε μέσα ένα κρίνο. Κι ήταν ακόμη εκείνος δροσιά στα άσπρα, τα ολόλευκα τα πέταλα.

Το χέρι της όταν ακούμπησε στο άνθος, ένιωσε το δάκρυ του καυτό στα δάχτυλα και με ένα παράπονο είπε «Μου λείπεις». Κι ήταν ακόμη εκείνος δροσιά και δεν μπορούσε να απαντήσει, να της πει : «Θα ‘ρθω. Θα ξανάρθω».

Έφτασε αργά το δειλινό κι η σκιά που έπεσε μες τα μάτια της , της μάτωσε το βλέμμα. Με μια ελπίδα, την τελευταία απ’ όλες έκανε ευχή να ήταν πάλι εκεί μαζί της. Κι η ευχή έγινε αγέρι απαλό κι έφτασε μες την καρδιά του να την ζεστάνει γλυκά κι όταν εκείνος συνήλθε ήταν στη λίμνη, σταγόνα πάνω στο νούφαρο , κι ήταν νύχτα λαμπρή μ’ άστρα πολλά.

Σύρθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε ,να βρει τον εαυτό του , να γυρίσει σ’ εκείνη. Κάτω απ’ το δέντρο το μεγάλο, με τον χοντρό κορμό, τα φύλλα τα κίτρινα, τα πράσινα, τα κόκκινα, έκρυβαν μόνο ένα κενό.. βαθύ στο χώμα, μόνο κενό! Κι ήθελε να κλάψει μα δάκρυα δεν είχε, κι ήθελε να ουρλιάξει μα δεν είχε φωνή..!

Τώρα κάθε που ο ήλιος χάνεται μες στο βυθό της θάλασσας και κρύβει το φως του, μια δροσιά , πρωινή δροσιά, κρύβεται μες τα ξέπλεκα μαλλιά της. Μα να την αγγίξει δεν μπορεί, ούτε να την κοιτάξει.. νιώθει όμως την καρδιά της να χτυπά.. μια καρδιά που ζει κι ελπίζει στο γυρισμό του…

Ξημέρωσε και μες τη λίμνη, το νούφαρο να χορεύει τρελά : «Μη λυπάσαι, μη λυπάσαι!» και γυρίζει γοργά μέχρι να έρθει ο επόμενος..”

Προσμονή....

Έκλεισε το φως να αποκοιμηθεί κι ήταν νύχτα βαριά που έσερνε πίσω της άρμα γεμάτο άστρα κι όνειρα να φωτίζουν τον ύπνο και μες την σιγαλιά να ακούγεται τραγούδι.

Σκεπάστηκε με φύλλα κίτρινα, πράσινα και κόκκινα, αγκάλιασε το ξύλο κι έκλεισε τα μάτια. Μα ήταν το τραγούδι γλυκό σαν κρασί που σε μεθά μόλις το μυρίσεις κι ο ύπνος δεν ερχόταν να τον λυτρώσει, να ξεχάσει.

Σηκώθηκε όρθιος και πήγε στην πηγή που μέσα έλαμπαν τα στολίδια του ουρανού, σαν τα φώτα της πόλης που είχε αφήσει πίσω. Στάθηκε για λίγο να σκεφτεί, να αναλογιστεί αν είχε κάνει το σωστό. Και τότε έκλαψε με δάκρυα καυτά να του καίνε το πρόσωπο.

Ένα νούφαρο, Νούφαρο της Λίμνης, του είπε «Μη λυπάσαι» και χόρεψε για’ κείνον κι απ’ τον χορό εκείνος μαγεύτηκε και έγινε σταγόνα που κύλησε γοργά μες το υπόλοιπο νερό… και το νερό έγινε κόκκινο, κι αυτό μετά πρωινή δροσιά στα πέταλα ενός κρίνου σε ευωδιαστό κήπο. Κι ήταν ο κήπος της.

Κι όταν ξημέρωσε, το άσπρο φόρεμα της ήταν το πρώτο που αντίκρισε. Κι είχε εκείνη ματιά όμορφη σαν την θάλασσα γκρίζα όταν είναι κι αγριεύει. Σε ένα πανέρι γεμάτο ελπίδες έκοψε και στόλισε μέσα ένα κρίνο. Κι ήταν ακόμη εκείνος δροσιά στα άσπρα, τα ολόλευκα τα πέταλα.

Το χέρι της όταν ακούμπησε στο άνθος, ένιωσε το δάκρυ του καυτό στα δάχτυλα και με ένα παράπονο είπε «Μου λείπεις». Κι ήταν ακόμη εκείνος δροσιά και δεν μπορούσε να απαντήσει, να της πει : «Θα ‘ρθω. Θα ξανάρθω».

Έφτασε αργά το δειλινό κι η σκιά που έπεσε μες τα μάτια της , της μάτωσε το βλέμμα. Με μια ελπίδα, την τελευταία απ’ όλες έκανε ευχή να ήταν πάλι εκεί μαζί της. Κι η ευχή έγινε αγέρι απαλό κι έφτασε μες την καρδιά του να την ζεστάνει γλυκά κι όταν εκείνος συνήλθε ήταν στη λίμνη, σταγόνα πάνω στο νούφαρο , κι ήταν νύχτα λαμπρή μ’ άστρα πολλά.

Σύρθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε ,να βρει τον εαυτό του , να γυρίσει σ’ εκείνη. Κάτω απ’ το δέντρο το μεγάλο, με τον χοντρό κορμό, τα φύλλα τα κίτρινα, τα πράσινα, τα κόκκινα, έκρυβαν μόνο ένα κενό.. βαθύ στο χώμα, μόνο κενό! Κι ήθελε να κλάψει μα δάκρυα δεν είχε, κι ήθελε να ουρλιάξει μα δεν είχε φωνή..!

Τώρα κάθε που ο ήλιος χάνεται μες στο βυθό της θάλασσας και κρύβει το φως του, μια δροσιά , πρωινή δροσιά, κρύβεται μες τα ξέπλεκα μαλλιά της. Μα να την αγγίξει δεν μπορεί, ούτε να την κοιτάξει.. νιώθει όμως την καρδιά της να χτυπά.. μια καρδιά που ζει κι ελπίζει στο γυρισμό του…

Ξημέρωσε και μες τη λίμνη, το νούφαρο να χορεύει τρελά : «Μη λυπάσαι, μη λυπάσαι!» και γυρίζει γοργά μέχρι να έρθει ο επόμενος..”

Ακόμα υπάρχεις


Σ'αγάπησα με όλη τη δύναμη που εχει η καρδιά ενός ανθρώπου,ήξερα πως είσαι εσύ ο εαυτός μου,κολιταζα μέσα στα μάτια σου κι έβλεπα την ψυχή μου,άγγιξες κάθε σημάδι μου απ'το παρελθόν,έγινες ένα με το παρόν....Δεν υπήρχε τρόπος να σε οδηγήσω στο μέλλον μου,όμως το ότι μου έμαθες να αγαπάω τους ανθρώπους γύρω μου σαν μοναδικά πλάσματα,θα με κάνει να είμαι δίπλα σου για μια ζωή,γιατί δεν ήσουν μόνο ένα όνειρο,ακόμα υπάρχεις....

Fallen Angel


Κι έμεινα εκεί πεσμένος άγγελος,σε μιαν άσφαλτο από σκληρό τσιμέντο...Ο ήλιος έκαιγε στο προσωπό μου και τα τσακισμένα μου φτερά ανήμπορα να υψωθούν και πάλι,άφησαν σημάδια πάνω στην λάσπη που δημιούσαν τα πρωτοβρόχια ενώ οι δείκτες του ρολογιού έτρεχαν πατώντας γκάζι και προσπερνώντας τια αναμνήσεις μου που έστεκαν στο απέναντι πεζοδρόμιο να με κοιτάζουν ουρλιάζοντας οως είναι ακομα εδώ....πως,πάντα,εδώ θα είναι....

Κυριακή 30 Αυγούστου 2009

Μια ακόμα ευκαιρία

Αν είχα κι άλλη ευκαιρία,μια δεύτερη εμφάνιση,ίσως φερόμουν αλλιώς....Θα ήξερα....Θα προλάβαινα τα λάθη,θα απέφευγα τα βέλη....Ίσως να ήμουν πιο ψυχρή,πιο ψύχραιμη....ίσως ήμουν αλλιώς....
Μα στο εργάκι αυτό παίζουμε μια φορά,μια φορά εμφανιζόμαστε....Κι ίσως να μην μας αρέσει ο ρόλος μας,μα εμείς επιλέγουμε πως θα τον παίξουμε...
Έτσι,παίζω τον ρόλο μου εγώ....Όλα για όλα....Αυτή είμαι....Και δεν θα υποκριθώ κ΄στι άλλο....Πλέον....

Μη φύγεις ακόμα

Νιώθω να σε ερωτεύομαι.Τραντάζομαι με τον ήχο της φωνής σου,ξεπετιέμαι από την θέση μου όταν ξέρω πως με παρατηρείς.Σ'ανακαλύπτω μέσα μου,μ'ανακαλύπτω από σένα,λέξη-λέξη.Νιώθω την ανάγκη να σου καταθέσω τα πιο μικρά μου ψέμματα.Αισθάνομαι την ανάγκη της προσευχής να μην χαθείς.Αφιερώνω στα χερια σου τα δάκρυα μου ανενόχλητα.Έλα ακόμα πιο κοντά μου ή τουλάχιστον,μη φύγεις ακόμα....

Μη....

Και σου 'λεγα....Μην έρθεις....Μην ξανάρθεις....
Γιατί αν γυρίσεις....πως θα σ'αφήσω να ξαναφύγεις....Μην έρθεις....
Σου φώναζα....Μην....
Μα δεν μ'άκουσες....Κι ήρθες σαν ανάμνηση....Τίποτα δεν άλλαξε....
Ούτε ο τόνος της φωνής σου....
Η γεύση απ'το φιλί σου....
Τ'αρωμά σου....
Η αγκαλιά σου.....Τα μάτια σου....
Θεέ μου αυτά τα μάτια και πως κοιτούν....
Και σου φωνάζω....
Μη φεύγεις....
Μη....

Αγάπησα απλά

Ήχοι από το πουθενά....Παράξενα ακούσματα....Ξένα στο νου αλλά γνώριμα σε κάτι....Στη νοσταλγία....Στα κούφια όνειρα και στις χαμένες καρδιές....Δεν προσπέρασα τίποτα....Ούτε μια λέξη,ούτε ένα βλέμμα....Μικρή δεν ονειρεύτηκα να γίνω ένας σούπερ ήρωας....Έκανα....συνήθεια τον έρωτα....Αγάπησα απλά....αληθινά και ήσυχα....

Λίμνη μου

Ο ήχος των κυμμάτων έρχεται και γεύγει και μου θυμίζει τις στιγμές που είμασταν μαζί....Σαν σε όνειρο τότε,ήταν νύχτα και τα γαλάζια σου μάτια έμοιαζαν με τον ωκεανό....Η άμμος αγκάλισε τα κορμιά μας και η νύχτα σαν πέπλο μας σκέπαζε...Ήμουν δική σου....Η ζωή μου ήταν μια ήρεμη λίμνη μέχρι που σε γνώρισα....Ήρθες σαν πέτρα και τάραξες τα νερά μου....Τι κι αν ηρέμησαν τα νερά μου,η πέτρα θα είναι πάντα εκεί.....

Αν είχα όνειρα

Πέρασες απ'την ζωή μου σαν ήλιος κι έμαθα να ζω στο φως....Ένας ήλιος που μου έδυσε νωρίς....κι εγώ ψυχή μου δεν ζω πια...Γιατί.....ξέχασα πως ζούνε στο σκοτάδι....Ξέχασα πως είναι όταν χαμογελούν τα μάτια....Ξέχασα πως ήταν η ζωή μου χωρίς εσένα....Ξέχασα τι χρώμα έχουν τα όνειρά μου....
Πριν αγαπήσω....
Αν είχα όνειρα....

Όνειρα τόσο αληθινά,τόσο μαγεμένα,όνειρα που έχουν μπει μέσα στην περιόχη της πραγματικότας...Δεν ξεχωρίζω πια το αληθινό και το ψεύτικο...Ένιωσα το χάδι...την ανάσα σου κι αυτό μου φτάνει....Αν ήταν όνειρο,χαίρομαι γιατί μου έδωσες ένα ακόμα κίνητρο να περιμένω να ξαναβραδιάσει....Στον ξύπνιο μου μπορεί να ανήκω αλλού....μα στον ύπνο μου θα'μαστε μόνο εγώ κι εσύ......

Η Ζωή Του Καραγκιόζη


Ξανά...φοβισμένα θέλω...πάλι τρομαγμένες ελπίδες...κι ένας ήλιος εκεί ψηλά...που βιάστηκε να δύσει...πριν προλάβει να φωτίσει τα σκοτάδια...Μια πόρτα κλειστή...κι ένασς γονατισμένος λαθρεπιβάτης...που μπήκε λαθραία από την χαραμάδα...διεκδηκώντας να πάρει όσα δεν θέλεις να του δώσεις...Κι ο θόρυβος?τόσο δυνατός...τόσο εκκωφαντικός...που δεν τον αντέχεις...Αλήθεια,πως μπορεί μια κλειστή πόρτα να κάνει τόσο θόρυβο στη σιωπή της μοναξιάς??....Ματωμμένα γόνατα...και σκόρπια κομμάτια της ψυχής πεταμένα τριγύρω...Η ζωή είναι ωραία θα σου πουν...Αλήθεια???Πότε???Όταν περνάει βιαστηκά περάσει από μπροστά σου και σου κάνει το χατίρι να σου πετάξει μια ελπίδα...?...Μα όταν πέρασε από 'δω...μονάχα σφαλιστές πόρτες άφησε...και τίποτε άλλο...και τα χαμόγελα...σαν αυτά του Κραγκιόζη...Έτσι,τώρα πια αν σου πουν για μια ζωή...ξέρεις τί θα τους πεις....
Η Ζωή Του Καραγκιόζη....